ΔΙΑΒΑΣΤΕ

6/recent/ticker-posts

Μαρίκα Παπαγκίκα: μια σπουδαία φωνή που εκτιμήθηκε έστω και αργά

 Για τη Νέα Υόρκη του πρώτου μισού του 20ού αιώνα το μέγεθος της επιτυχίας και η καλλιτεχνική αξία της Μαρίκας Παπαγκίκα ήταν τόσο μεγάλα, που είναι αδικαιολόγητη η έλλειψη πληροφοριών για τη ζωή της. Ήταν τόσο γνωστή όσο οι σύγχρονοί της σταρ, ο Jelly Roll Morton ή o Cantor Joseph Rosenblatt (ο οποίος ήταν κι αυτός μετανάστης) και μάλιστα είχε ηχογραφήσει περισσότερα κομμάτια και από τους δύο, αλλά κανείς δεν έγραψε ένα κομμάτι γι’ αυτή στις εφημερίδες της εποχής, κανείς δεν κράτησε ένα αρχείο με τις ηχογραφήσεις της ή λεπτομέρειες για τη ζωή της, αυτά που είναι γνωστά είναι πολύ γενικά και από διηγήσεις άλλων μουσικών που την γνώρισαν για λίγο.



Η Παπαγκίκα δεν έκανε παιδιά (για να ενδιαφερθούν να σώσουν υλικό) και κανείς δεν ασχολήθηκε στην Ελλάδα μαζί της μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70, όταν ήταν αργά για αξιόπιστες μαρτυρίες, γιατί όλοι όσοι ήταν στο άμεσο περιβάλλον της (κυρίως οι μουσικοί που συνεργάστηκε) είχαν ήδη πεθάνει.

Στην Ελλάδα δεν ξαναγύρισε ποτέ από το 1915 που μετανάστευσε στην Αμερική, εκεί ηχογράφησε τα τραγούδια της, εκεί γνώρισε την επιτυχία, εκεί πέθανε. Και ξεχάστηκε εντελώς για σαράντα σχεδόν χρόνια, μέχρι που ξαναγεννήθηκε το ενδιαφέρον για αυτή τη μουσική στην Ελλάδα και άρχισαν να κυκλοφορούν σε συλλογές από δίσκους 78 στροφών κομμάτια της.

Άργησαν πολύ να εκτιμήσουν εδώ την αξία της, αλλά και πάλι, το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τη φωνή της και τα τραγούδια της ήρθε όταν ένας Αμερικάνος, ο συλλέκτης δίσκων Ian Nagoski, ανακάλυψε το «Σμυρνέικο μινόρε» και συγκλονίστηκε από τη φωνή της.

Αυτός ήταν που άρχισε να ψάχνει μανιωδώς πληροφορίες για τη ζωή της και έκανε ολόκληρη έρευνα στην Αμερική, στα μέρη που έζησε και στην περιοχή που είχε ανοίξει το μαγαζί της. Βρήκε ελάχιστα. Ακόμα και οι (μακρινοί πλέον) συγγενείς του συζύγου της στο Μαρτίνο –από όπου καταγόταν ο Κώστας Παπαγκίκας- δεν ήξεραν περισσότερα από όσα ανακάλυψε ο Ίαν.

Η ιστορία της Μαρίκας Παπαγκίκα είναι δύσκολο να αποκαλυφθεί πια με περισσότερα στοιχεία, αυτή είναι όσο πιο λεπτομερώς είναι δυνατόν ολόκληρη η πορεία της από την γέννησή της στην Κω μέχρι το τέλος της στη Νέα Υόρκη.

Τα τραγούδια της είναι το μόνο που έχει απομείνει για να θυμίζει αυτή την γυναίκα που τραγουδούσε μοναδικά και πάλεψε σκληρά για να καταφέρει να επιβιώσει και να πετύχει σε έναν πολύ δύσκολο κόσμο.

Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω το 1890, όταν ακόμα ήταν υπό οθωμανική κατοχή. Επίσημα στοιχεία για την ημερομηνία γεννήσής της δεν υπάρχουν, εκτός από το πιστοποιητικό θανάτου της στη Νέα Υόρκη, που αναφέρει ότι γεννήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1890 και πέθανε στις 2 Αυγούστου 1943. Σύμφωνα με το ίδιο πιστοποιητικό, το πατρικό της όνομα ήταν Μαρίκα Κωνσταντίνα Κατσόρη. Το όνομα του πατέρα της ήταν Αναστάσιος Κατσόρης και της μητέρας της Ανθούλα Μοντούκο, αν και η ακρίβειά τους αμφισβητείται, γιατί δεν έχουν εντοπιστεί καταγεγραμμένα σε κανένα αρχείο της Κω.

Η οικογένεια Κατσόρη (που είχε σίγουρα και άλλη μία κόρη, την Σταματία) μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου πριν το 1900, όπου ξεκίνησε και η καριέρα της Μαρίκας ως τραγουδίστρια, τραγουδώντας στα νυχτερινά κέντρα για τις ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου.

Εκείνη την εποχή ο ελληνισμός της Αιγύπτου, ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο, -όπως και στην Σμύρνη- είχε αναδειχθεί σε σημαντική οικονομική δύναμη, με έντονη και πλούσια κοινωνική, πνευματική και καλλιτεχνική δράση. Σε μία από τις δύο αυτές πόλεις έζησε η Μαρίκα και σε ηλικία 25 ετών –ως Μαρίκα Παπαγκίκα, παντρεμένη πλέον- έκανε τις πρώτες της ηχογραφήσεις.

Ο σύζυγός της Κώστας Παπαγκίκας –ή Gus, όπως τον αποκαλούσαν στην Αμερική- γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1882 στο Μαρτίνο Φθιώτιδας. Ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά του Ιωάννη Παπαγκίκα, κτηματία, και της Αικατερίνης Δημάκη. Ο παππούς του, Νικόλαος Παπαγκίκας, ήταν παπάς, -έτσι προέκυψε το όνομα «Παπαγκίκας». Δεν είναι γνωστό αν στην οικογένειά του υπήρξαν άλλοι μουσικοί, ξέρουμε όμως ότι υπήρχαν πολλοί ψάλτες. Επίσης, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για τη ζωή του πριν τη γνωριμία του και το γάμο του με τη Μαρίκα. Το βέβαιο είναι ότι, εκτός από τη ζωή του, και η μουσική του πορεία υπήρξε συνυφασμένη με τη Μαρίκα –συμμετείχε σε τουλάχιστον σε 127 ηχογραφήσεις της γυναίκας του, παίζοντας τσίμπαλο ή σαντούρι.

Τον Δεκέμβριο του 1913, ή τον Ιανουάριο του 1914, η Μαρίκα, με τον Κώστα στο τσίμπαλο, ηχογράφησε έξι τραγούδια για τη δισκογραφική εταιρεία Gramophone Company, υπό την εποπτεία του Hugh Murtagh: «Με ξέχασες», «Μαζί σου για να κλαίω», «Η φλογέρα», «Κωνσταντίνος ο λεβέντης», «Ο στατηλάτης», «Νεράιδα του γιαλού», των οποίων οι μήτρες έχουν καταστραφεί.

Ο David Soffa υποθέτει ότι η Μαρίκα Παπαγκίκα, όπως και πολλοί άλλοι μουσικοί της Ανατολικής Μεσογείου στο τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έκανε περιοδείες στα μεγάλα λιμάνια και εμφανιζόταν, προσαρμόζοντας ανάλογα το ρεπερτόριό της, στα «καφέ αμάν» της Αλεξάνδρειας, της Σμύρνης, της Κωνσταντινούπολης, της Αθήνας, του Πειραιά κ.α.

Το 1915, μαζί με τον σύζυγό της, αποφασίζουν να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη στο Νέο Κόσμο και αποφασίζουν να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ, όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες την ίδια εποχή. Από το 1893 και μέχρι το 1924 υπολογίζεται ότι περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες εγκατέλειψαν την Ελλάδα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Μετανάστευσης, οι Έλληνες κατείχαν την πρώτη θέση με 9,5 αναχωρήσεις ανά 1.000 κατοίκους, με δεύτερους τους Ιταλούς με 5,8. Οι Έλληνες, κυρίως άντρες από όλες τις παραγωγικές ηλικίες, ακόμα και ανήλικα παιδιά, έφευγαν μόνοι, χωρίς τις οικογένειές τους, αναζητώντας καλύτερη τύχη και ευκαιρίες απασχόλησης, και σκοπό να ξαναγυρίσουν μια μέρα στην Ελλάδα.

Μέσα στο πλήθος των μεταναστών ταξίδεψαν και πολλοί φορείς της μουσικής παράδοσης του τόπου: οργανοπαίχτες, ερμηνευτές, αλλά και δημιουργοί, δηλαδή συνθέτες, στιχουργοί και κειμενογράφοι, από όλες τις περιοχές του ελληνισμού. Ανάμεσά τους, η Μαρίκα Παπαγκίκα και ο σύζυγός της Κώστας. Από την Αλεξάνδρεια έρχονται στον Πειραιά, όπου στις 28 Μαρτίου 1915 επιβιβάζονται μαζί με 1.500 άλλους μετανάστες της τρίτης θέσης, στο υπερωκεάνειο «Θεμιστοκλής». Έπειτα από 24 μέρες, στις 21 Απριλίου 1915, φτάνουν στο Έλις Άιλαντ, τη νησίδα στις εκβολές του ποταμού Χάντσον στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, όπου υποβάλλονται σε υγειονομικό έλεγχο.

Έχουν πάνω τους μόλις σαράντα δολάρια και δηλώνουν προορισμό τους το Σικάγο. Η Μαρίκα δηλώνει «νοικοκυρά» και τόπο καταγωγής της την Αταλάντη Φθιώτιδας, τον ίδιο με τον σύζυγό της. Η πρόσκληση για να μπορέσουν να γίνουν δεκτοί στην Αμερική έχει γίνει από κάποιον Αθανάσιο Ιωαννίδη (ή Γιασσιμίδη;) που διαμένει στο Σικάγο.

Κατά την πρώτη αυτή περίοδο, οι Έλληνες μετανάστες έζησαν σε ένα περιβάλλον ξένο, εχθρικό και ανομοιογενές από άποψη γλωσσική, εθνική και πολιτισμική και σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες –απασχολούμενοι στις πιο βαριές και δύσκολες δουλειές ως ανειδίκευτοι εργάτες- έτσι τα τραγούδια της πατρίδας τους έγιναν ένα καταφύγιο γι’ αυτούς, κυρίως τα δημοτικά και τα ρεμπέτικα.

Η ανάγκη τους αυτή, σε συνδυασμό με την αλματώδη εξέλιξη της νεοφανούς τεχνολογίας των δίσκων γραμμοφώνου, θα οδηγήσει στη μεγάλη άνθιση της δισκογραφίας της ελληνικής μουσικής στις ΗΠΑ, η οποία θα αρχίσει το 1896 με οκτώ ηχογραφήσεις του άγνωστου Μιχαήλ Αραχντίντζη, και θα αναπτυχθεί στις πόλεις όπου έχουν εγκατασταθεί πολλοί Έλληνες, όπως η Νέα Υόρκη και το Σικάγο.

Το 1916, η κα Κούλα (Κυριακή Γιορτζή-Αντωνοπούλου, Κωνσταντινούπολη 1878-Νέα Υόρκη 1954) θα ανοίξει το δρόμο και θα γίνει η πρώτη Ελληνίδα λαϊκή τραγουδίστρια που θα ηχογραφήσει με την αμερικάνικη δισκογραφική εταιρία Columbia. Τον Φεβρουάριο του 1919, έχοντας αποκτήσει μεγάλη φήμη ανάμεσα στους Έλληνες της Αμερικής, η μεγάλη της «ανταγωνίστρια» της Μαρίκας ιδρύει (πιθανόν μαζί με άλλους) την πρώτη ελληνική δισκογραφική εταιρεία, την Orpheum.

Η Μαρίκα Παπαγκίκα, στα 29 της χρόνια, θα γίνει η πιο αγαπημένη, ίσως, τραγουδίστρια των Ελλήνων της Αμερικής και θα μεσουρανήσει για τα επόμενα δέκα χρόνια, μέχρι το 1929. Τα δέκα αυτά χρόνια ηχογράφησε δεκάδες τραγούδια και μετακόμισε με τον σύζυγό της στη Νέα Υόρκη. Το 1923 σύμφωνα με ένα έγγραφο (Declaration of Intention) που κατέθεσε στο Ανώτατο Δικαστήριο ο Κώστας Παπαγκίκας, η διεύθυνση κατοικίας τους είναι στην 8η Λεωφόρο, αρ. 532, στο Μανχάταν.

Το 1925 η Μαρίκα Παπαγκίκα και ο σύζυγός της με τις οικονομίες από τις πωλήσεις των δίσκων τους και τα έσοδα από τις περιοδείες, και αξιοποιώντας τη φήμη που είχε αποκτήσει η τραγουδίστρια, θα ανοίξουν στη Νέα Υόρκη πολυτελές κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία «Marika’s», ένα είδος «καφέ αμάν», το οποίο στεγαζόταν στον πρώτο όροφο κτιρίου που βρισκόταν στο νούμερο 215W της 34ης Οδού, ανάμεσα στην 7η και την 8η Λεωφόρο, στο Μανχάταν. Τα μαγαζιά αυτού του τύπου, τα οποία αποκαλούνταν τότε στην Αμερική «καμπαρέ», ήταν κάτι ανάλογο με τους ψυχαγωγικούς χώρους που υπήρχαν σε πολλά αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και από το τέλος του 19ου αιώνα καταγράφονται και στην Ελλάδα με ονομασίες όπως «καφέ-σαντούρ» ή «καφωδεία» ή «ωδικά καφενεία».

(Όλες οι πληροφορίες είναι από την έρευνα του Παναγιώτη Κουνάδη από το βιβλίο που συνόδευε τη συλλογή με τα τραγούδια της Μαρίκας Παπαγκίκα στη σειρά «Οι φωνές του ρεμπέτικου» (2012), και από το βιβλιαράκι που συνοδεύει την συλλογή “Marika Papagika-The Further the flame, the worse it burns me: Greek Folk Music in New York City, 1919-1928”).

πηγή: https://www.lifo.gr/

00:00
-03:44

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια