Δεν είναι λίγες οι φορές, ιδιαίτερα στην ελληνική κοινωνία, που συναντάμε μητέρες που, με το πρόσχημα της αγάπης και του ενδιαφέροντος, γίνονται “καταβροχθιστικές”.
Στο έργο του Carl Gustav Jung, η μορφή αυτή συνδέεται με τη σκοτεινή όψη του μητρικού αρχέτυπου: μια μητέρα που δεν θρέφει απλώς και προστατεύει, αλλά “καταπίνει” ψυχικά το παιδί, εμποδίζοντας τη διαφοροποίησή του (Jung, 1969).
Η έννοια δεν αναφέρεται απαραίτητα σε εμφανώς κακοποιητική συμπεριφορά. Αντιθέτως, συχνά αφορά σχέσεις που εξωτερικά μοιάζουν στενές, ζεστές ή “ιδανικές”, αλλά εσωτερικά χαρακτηρίζονται από έλλειψη ορίων και δυσκολία αναγνώρισης της ξεχωριστής υποκειμενικότητας του παιδιού.
Η “καταβροχθιστική” μητέρα μπορεί να εμφανίζεται ως υπερβολικά αφοσιωμένη, θυσιαστική ή πάντα διαθέσιμη, δημιουργώντας όμως μια μορφή δεσμού που δεν επιτρέπει την ψυχική αυτονόμηση του παιδιού της.
Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της “καταβροχθιστικής” μητέρας;
Υπερπροστασία
Η υπερβολική φροντίδα μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά για την ανάπτυξη του παιδιού. Ο Donald Winnicott τόνισε ότι η «αρκετά καλή μητέρα» επιτρέπει σταδιακά την απογοήτευση, την ματαίωση και την ανεξαρτησία, κάτι που απουσιάζει σε οικογένειες με “καταβροχθιστικές” δυναμικές (Winnicott, 1965). Σαν αποτέλεσμα η απουσία της διαδικασίας αυτής οδηγεί σε μια εύθραυστη αυτονομία του παιδιού.
Δυσκολία αποχωρισμού
Σύμφωνα με τη Margaret Mahler, διάσημη αυστροαμερικανίδα ψυχίατρο, ψυχαναλύτρια και παιδίατρο, η ανάπτυξη του παιδιού περιλαμβάνει μια φυσική διαδικασία αποχωρισμού από τη μητέρα, μέσα από την οποία αρχίζει να τη βλέπει ως ξεχωριστό πρόσωπο και να χτίζει τη δική του ταυτότητα.
Όταν όμως αυτή η διαδικασία δυσκολεύεται ή διακόπτεται, το παιδί μπορεί να παραμένει συναισθηματικά εξαρτημένο και να φοβάται την απόσταση.
Αν η μητέρα είναι υπερβολικά προστατευτική ή φοβάται τον αποχωρισμό, μπορεί να κρατά το παιδί «κοντά» και να μην ενθαρρύνει την εξερεύνηση.
Από την άλλη, αν είναι συναισθηματικά απόμακρη ή ασυνεπής, το παιδί μπορεί να νιώθει ανασφάλεια και να μην τολμά να απομακρυνθεί.
Και στις δύο περιπτώσεις, η διαδικασία του να δει τον εαυτό του ως ξεχωριστό άτομο καθυστερεί ή μπλοκάρεται και στην ενήλικη ζωή αυτό συχνά φαίνεται ως δυσκολία στο να πάρει αποφάσεις μόνο του, να θέσει όρια ή να απομακρυνθεί χωρίς ενοχή (Mahler et al., 1975
Έμμεσος έλεγχος μέσω ενοχής
Σε “καταβροχθιστικές’ οικογένειες, ο έλεγχος ασκείται συχνά μέσω εσωτερικευμένων συναισθημάτων ενοχής. Σύμφωνα με τον Freud, ο έλεγχος μέσω της ενοχής συνδέεται με τη λειτουργία του υπερεγώ, δηλαδή της εσωτερικής «φωνής» που διαμορφώνεται από τους γονείς και τις απαγορεύσεις τους.
Όταν το παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον όπου η αγάπη συνδέεται με την υπακοή, μπορεί να εσωτερικεύσει έντονα αυτά τα μηνύματα και να νιώθει ενοχή κάθε φορά που σκέφτεται να διαφοροποιηθεί. Έτσι, ακόμη και χωρίς άμεση πίεση, το άτομο ελέγχει τον εαυτό του για να μην “παραβεί” τις προσδοκίες των σημαντικών άλλων. Η ενοχή λειτουργεί λοιπόν ως ένας εσωτερικός μηχανισμός ελέγχου που διατηρεί τη συμμόρφωση και περιορίζει την ελευθερία επιλογών του ατόμου (Freud, 1923).
Επένδυση ταυτότητας στο παιδί
Η μητέρα ενδέχεται συχνά να χρησιμοποιεί το παιδί της ως προέκταση του εαυτού της. Η συμπεριφορά αυτή σχετίζεται με δικές της ναρκισσιστικές επενδύσεις, οι οποίες καταλήγουν τελικά το παιδί της να γίνεται φορέας ανεκπλήρωτων επιθυμιών και να προσπαθεί να πραγματοποιήσει όνειρα και στόχους που τελικά δεν είναι αμιγώς δικά του (Freud, 1914/1957).
Συναισθηματική συγχώνευση
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της “καταβροχθιστικής” μητέρας είναι η συναισθηματική της συγχώνευση με το παιδί. Τα όρια μεταξύ μητέρας και παιδιού είναι ασαφή, και το παιδί βιώνεται ως προέκταση της μητέρας.
Η Melanie Klein, διάσημη συγγραφέας και ψυχαναλύτρια περιέγραψε πώς οι πρώιμες σχέσεις με το μητρικό αντικείμενο μπορούν να διαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους.
Πιο συγκεκριμένα, περιέγραψε ότι στα πρώτα στάδια της ζωής το βρέφος δεν μπορεί να ξεχωρίσει καθαρά τον εαυτό του από τη μητέρα του την οποία βιώνει κυρίως μέσα από τις εμπειρίες ικανοποίησης ή ματαίωσης (π.χ. τροφή, φροντίδα) και έτσι τη βλέπει είτε ως «καλή» είτε ως «κακή». Αυτή η αρχική συγχώνευση είναι φυσιολογική, αλλά σταδιακά το παιδί χρειάζεται να καταλάβει ότι η μητέρα είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο.
Αν η μετάβαση αυτή δεν ολοκληρωθεί ομαλά, μπορεί να παραμείνει μια δυσκολία στο να ξεχωρίζει κανείς τα δικά του συναισθήματα και ανάγκες από των άλλων, μια κατάσταση που επηρεάζει και τις σχέσεις στη μετέπειτα ενήλικη ζωή (Klein, 1946).
Πώς επηρεάζεται το παιδί;
Η επίδραση μιας τέτοιας “καταβροχθιστικής” δυναμικής μπορεί να περιλαμβάνει δυσκολία αυτονομίας, έντονη ενοχή κατά τον αποχωρισμό, ασαφή ταυτότητα, εξαρτητικά μοτίβα σχέσεων με συντρόφους και φίλους και τέλος άγχος και γενικότερη καταθλιπτική διάθεση.
Η αποτυχία ολοκλήρωσης της διαδικασίας εξατομίκευσης μεταξύ μητέρας και παιδιού οδηγεί σε “παγίδευση” του ίδιου μεταξύ εξάρτησης και ανάγκης για ανεξαρτησία (Mahler et al., 1975).
Ψυχοδυναμική κατανόηση
Η διάκριση ανάμεσα στη φροντίδα και την καταβρόχθιση είναι λεπτή αλλά κρίσιμη. Η “καταβροχθιστική” μητέρα δεν λειτουργεί συνειδητά με σκοπό να βλάψει το παιδί της. Η συμπεριφορά της συχνά σχετίζεται με ασυνείδητους φόβους εγκατάλειψης, πρώιμες δικές της εμπειρίες στέρησης και δυσκολία διαχωρισμού μεταξύ τους εαυτού της και του άλλου.
Ο Winnicott υπογράμμισε ότι η υγιής ανάπτυξη απαιτεί μια μητέρα που αρχικά προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού και σταδιακά αποσύρεται, επιτρέποντας την ανεξαρτησία του. Η “καταβροχθιστική” μητέρα παραμένει υπερ-εμπλεκόμενη, εμποδίζοντας τη μετάβαση αυτή με το πρόσχημα πάντα του ενδιαφέροντος και της αγάπης (Winnicott, 1965).
Θεραπευτική προσέγγιση
Η θεραπεία, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τέτοια δυναμικά, εστιάζει στο να βοηθήσουμε των θεραπευόμενο αρχικά να αναγνωρίσει τις εσωτερικευμένες σχέσεις και στη συνέχεια να μπορέσει να βάλει όρια, να ενισχύσει της αίσθηση εαυτού και να επεξεργαστεί την ενοχή και την εξάρτηση.
Συχνά, αξιοποιείται η έννοια της «επαναγονεοποίησης» (reparenting), ιδιαίτερα σε σύγχρονες ψυχοδυναμικές και σχηματικές προσεγγίσεις όπου ο θεραπευτής λειτουργεί προσωρινά ως ”διορθωτική” φιγούρα που προσφέρει ασφάλεια, δείχνει αποδοχή και θέτει υγιή όρια.
Η επαναγονεοποίηση βοηθάει το άτομο στη ρύθμιση των συναισθημάτων του, στη βελτίωση των σχέσεων του, στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησής του και στη μείωση της εσωτερικής κριτικής που έχει μάθει να ασκεί στον εαυτό του.
Μέσα από την κατανόηση αυτής της δυναμικής, το άτομο μπορεί να κινηθεί προς μεγαλύτερη αυτονομία, ψυχική ωρίμανση και να κυνηγήσει στόχους και όνειρα που ανήκουν αποκλειστικά και μόνο σε αυτό.
ΠΗΓΗ https://www.psychology.gr/mitrotita/9608-i-katavroxthistiki-mitera-otan-i-frontida-ginetai-asfyktiki-2.html?utm_medium=push&utm_source=wonder

0 Σχόλια